🇬🇷 el en 🇬🇧

χωριό noun

  /xoɾˈʝo/
  • (συνεκδοχικά) το σύνολο των κατοίκων του οικισμού, οι χωρικοί
village

Χωριό properNoun

  /xoɾˈʝo/
Chorio, Horio
Wiktionary Links