🇬🇷 el fr 🇫🇷

μπαχάρι noun

  /baˈxa.ɾi/
  • (μπαχαρικό) είδος μπαχαρικού που φτιάχνεται από αποξηραμένους καρπούς δέντρου της Καραϊβικής (Pimenta dioica), γνωστό και ως ινδικό πιπέρι
quatre-épices, tout-épice, piment de la jamaïque
Wiktionary Links