🇬🇷 el fr 🇫🇷

ουρανός noun

  /u.ɾaˈnos/
  • ο αέρας της ατμόσφαιρας και το διάστημα πέρα από αυτόν, όπως φαίνονται από τη γη, με σχήμα θόλου και βάση τον ορίζοντα
ciel, ciels, cieux

Ουρανός properNoun

  /u.ɾaˈnos/
  • πλανήτης (αστρονομία) ο έβδομος σε απόσταση από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος που ανακαλύφθηκε το 1781 από τον Βρετανό αστρονόμο William Herschel
Uranus
  • (ελληνική μυθολογία) θεός των αρχαίων Ελλήνων, ο πρώτος πατέρας των θεών που ενώθηκε με τη Γαία κι εκθρονίστηκε από το γιο του τον Κρόνο
Ouranos, Uranus
Wiktionary Links