🇫🇷 fr el 🇬🇷
cœur noun {m}
/kœʁ/
|
|
|---|---|
|
καρδιά, κούπα |
|
κούπα, καρδιά |
|
καρδιά |
- par cœur
- απέξω, από στήθους, απ’ έξω
- loin des yeux, loin du cœur
- μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται
- de bon cœur
- εγκάρδια
- sans-cœur
- άκαρδος
- de tout cœur
- με όλη μου την καρδιά, από τα βάθη της καρδιάς
- casse-cœur
- καρδιοκατακτητής
- haut-le-cœur
- αναγούλα
- apprendre par cœur
- παπαγαλίζω
- battement de cœur
- χτυποκάρδι