🇫🇷 fr el 🇬🇷
chambre noun {f}
/ʃɑ̃bʁ/
|
|
|---|---|
|
δωμάτιο, κρεβατοκάμαρα |
|
κρεβατοκάμαρα, δωμάτιο |
|
διασκεπτήριο, επιμελητήριο |
- pot de chambre
- ουροδοχείο
- chambre à coucher
- κρεβατοκάμαρα, θάλαμος
- chambre à air
- σαμπρέλα, αεροθάλαμος
- femme de chambre
- θαλαμηπόλος, καμαριέρης, παραδουλεύτρα
- chambre noire
- σκοτεινός θάλαμος
- robe de chambre
- ρόμπα
- chambre à gaz
- θάλαμος αερίων
- chambre d’amis
- ξενώνας
- chambre de décompression
- θάλαμος αποσυμπίεσης