🇫🇷 fr el 🇬🇷
chat noun {m}
/ʃa/
,
/ʃɑ/
|
|
|---|---|
|
γάτα, γάτος, γαλή |
|
αίλουρος, αιλουροειδές, γάτα |
|
γάτα |
- appeler un chat un chat
- λέω τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη
- chat de Schrödinger
- γάτα
- chat sauvage
- αγριόγατα
- donner sa langue au chat
- ποτάμι
- poisson-chat
- γατόψαρο
- chat de gouttière
- αγριόγατα
- s’entendre comme chien et chat
- σαν τον σκύλο με τη γάτα
- chat échaudé craint l’eau froide
- όποιος καεί με το χυλό φυσά και το γιαούρτι
- acheter chat en poche
- αγοράζω γουρούνι στο σακί