🇫🇷 fr el 🇬🇷
naturel adjective {m}
/na.ty.ʁɛl/
|
|
|---|---|
| αβίαστος, φυσικός | |
|
φυσικός |
- gaz naturel
- φυσικό αέριο
- gaz naturel liquéfié
- υγροποιημένο φυσικό αέριο
- entier naturel
- φυσικός αριθμός
- logarithme naturel
- φυσικός λογάριθμος
- vin naturel
- φυσικό κρασί
- chassez le naturel, il revient au galop
- ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε, μήτε την κεφαλή του
- phénomène naturel
- φυσικό φαινόμενο
- supra-naturel
- υπερφυσικός