🇫🇷 fr el 🇬🇷
père noun {m}
/pɛʁ/
|
|
|---|---|
|
πατέρας |
Père noun {m}
/pɛʁ/
|
|
|---|---|
|
πάτερ |
- grand-père
- παππούς
- Notre Père
- Πάτερ ημών, Κυριακή προσευχή
- beau-père
- πεθερός, πατριός
- au nom du Père et du Fils et du Saint-Esprit
- εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
- père Noël
- Άγιος Βασίλης
- arrière-grand-père
- προπαππούς
- tel père, tel fils
- κατά μάνα κατά κύρη
- Dieu le Père
- Θεός Πατήρ