🇬🇷 el fr 🇫🇷

βολάν noun

  /voˈlan/
  • εξάρτημα με το οποίο επιτυγχάνεται η αύξηση της ροπής αδράνειας σε συγκεκριμμένα σημεία ενός συστήματος μετάδοσης κίνησης
  • το τιμόνι του αυτοκινήτου
volant
Wiktionary Links