🇬🇷 el fr 🇫🇷

δεσμός noun

  /ðeˈzmos/
lien
  • (χημεία) η δύναμη που αλληλεπιδρά μεταξύ γειτονικών ατόμων και τα κάνει να σχηματίζουν μια χημική ένωση
liaison
Wiktionary Links