🇬🇷 el fr 🇫🇷

δορυφόρος noun

  /ðo.ɾiˈfo.ɾos/
  • (για κράτος, μειωτικό) → δείτε τον όρο κράτος δορυφόρος
  • (πολεοδομία) → δείτε τον όρο πόλη δορυφόρος
satellite
Wiktionary Links