🇬🇷 el fr 🇫🇷

επικεφαλής noun

  /e.pi.ce.faˈlis/
  • (στρατιωτικός όρος) αυτός που είναι επικεφαλής, που προΐσταται άλλων, που διοικεί
chef, dirigeant, leader

επικεφαλής adjective

  /e.pi.ce.faˈlis/
  • (για πρόσωπα) που είναι επί της κεφαλής, που έχει την αρχηγία, που ηγείται
en tête

επικεφαλής adverb

  /e.pi.ce.faˈlis/
  • κατέχοντας την αρχηγική, ηγετική, κυβερνητική ή/και καθοδηγητική θέση, στην πρώτη θέση ή σειρά
en tête
Wiktionary Links