🇬🇷 el fr 🇫🇷

καταρτίζω verb

  /ka.taɾˈti.zo/
former, élaborer, établir
  • οργανώνω επιμέρους στοιχεία, δημιουργώντας ένα λειτουργικό σύνολο
  • φτιάχνω ένα επίσημο έγγραφο (π.χ. μία πρόταση, έναν προϋπολογισμό)
  • δίνω γνώσεις σε κάποιον
instruire
Wiktionary Links