🇬🇷 el fr 🇫🇷
με
/me/
|
|
|---|---|
|
avec |
- με τα πόδια
- à pied
- με το αζημίωτο
- contre, finances, moyennant, paiement
- με γεια
- félicitations
- φλάουτο με ράμφος
- flûte à bec
- με το νι και με το σίγμα
- détail
- με όλη μου την καρδιά
- de tout cœur
- πιάνο με ουρά
- piano à queue
- σαν τον σκύλο με τη γάτα
- s’entendre comme chien et chat
- με νύχια και με δόντια
- bec et ongles
Wiktionary Links
- ελληνικά: με