🇬🇷 el fr 🇫🇷

οπτικός adjective

  /op.tiˈkos/
optique, visuel

οπτικός noun

  /op.tiˈkos/
  • την εκτέλεση συνταγών που αφορούν γυαλιά οράσεως, φακούς επαφής και άλλα συναφή οπτικά μέσα
  • την εμπορία όλων των οπτικών ειδών
opticien, opticienne
Wiktionary Links