πυρ – Ελληνικά–Français translations

🇬🇷 el fr 🇫🇷

πυρ

  /piɾ/
  • κατάπαυση του πυρός
cessez-le-feu
feu
  • πυρ κατά βούληση!
feu à volonté !
  • παρανάλωμα του πυρός
flammes, proie
  • πυρ και μανία
fou, furieux, rage
  • διασταυρούμενα πυρά
tirs croisés
Wiktionary Links