日本語 Ελληνικά
うみ
  • 大きい海、大洋
ωκεανός o.ce.aˈnos
うみ
  • 海水で満たされた領域(大小を問わない)
θάλασσα ˈθa.la.sa
πέλαγο
πέλαγος γλ=el
πέλαο
πόντος
Wiktionary Links