日本語 Ελληνικά
はだか
  • 形容表現:裸の
γυμνός
τσιτσίδι
はだか
  • 名詞表現:裸、裸体
γυμνότητα ʝiˈmno.ti.ta
γύμνια ˈji.mɲa
Wiktionary Links