🇬🇷 el lt 🇱🇹

ίππος

pelenė

ίππος noun

  /ˈi.pos/
  • το όργανο γυμναστικής με λαβές, για την εκτέλεση περιστροφών και άλλων γυμνασμάτων
arklys
Wiktionary Links