Ελληνικά Nederlands
άνδρας ˈan.ðɾas
  • κάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
heer /ɦeːr/
mens /mɛns/
άνδρας ˈan.ðɾas
  • ο σύζυγος
man
Wiktionary Links