Ελληνικά Nederlands
αισθάνομαι γλ=el
  • αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις μου
gewaarworden
voelen /ˈvulə(n)/
aanvoelen /ˈanvulə(n)/
gevoelen
ruiken /rœːkə(n)/, /rœʏkə(n)/
tasten
Wiktionary Links