Ελληνικά Nederlands
γιατί
  • ερωτηματικό μόριο
waarom /ʋaːˈrɔm/
γιατί
  • αιτιολογικός σύνδεσμος, διότι, επειδή
omdat /ɔm.'dɑt/
aangezien
Wiktionary Links