Ελληνικά Nederlands
χέρι ˈçe.ɾi
  • το άνω άκρο του σώματος
hand /ɦɑnt/
δεύτερο χέρι gelegenheid /ɣǝ.'le.ɣǝn.ɦɛjt/
κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει ˈka.ʎo ˈpen.de ce sto ˈçe.ɾi paˈɾa ˈðe.ka ce kaɾˈte.ɾi beter één vogel in de hand dan tien in de lucht
χέρι χέρι γλ=el hand in hand
Wiktionary Links