🇬🇷 el sv 🇸🇪

ατού noun

  /aˈtu/
  • οποιοδήποτε προτέρημα ή ιδιότητα που δίνει υπεροχή σε αυτόν που την έχει
  • (χαρτοπαίγνιο) οποιοδήποτε χαρτί χρώματος που έχει οριστεί ως ατού
trumf
Wiktionary Links