🇸🇪 sv el 🇬🇷
polis noun {u}
polisen, poliserna
/pʊˈliːs/
|
|
---|---|
|
αστυνομία |
|
αστυνομικός, αστυφύλακας, χωροφύλακας |
polis noun {u}
polisen, poliserna
/pʊˈliːs/
|
|
---|---|
|
αστυνομία |
|
αστυνομικός, αστυφύλακας, χωροφύλακας |