🇬🇷 el sv 🇸🇪
με
/me/
|
|
|---|---|
|
med |
- με τα πόδια
- till fots
- με νύχια και με δόντια
- med näbbar och klor
- φλάουτο με ράμφος
- blockflöjt
- πιάνο με ουρά
- flygel
- με το αζημίωτο
- betalning
- με το νι και με το σίγμα
- detalj
- Άνθρωποι βρίσκουν συνήθως άλλους ανθρώπους με τα ίδια γούστα, εμφάνιση κτλ.
- Lika barn leka bäst.
- με την αντίθετη φορά του ρολογιού
- moturs
- με την φορά του ρολογιού
- medurs
Wiktionary Links
- ελληνικά: με