α – Deutsch–Ελληνικά translations

🇬🇷 el de 🇩🇪

α-

  • στερητικό πρόθημα
un-

  • κατάληξη επιρρημάτων
-lich

α

a

α

  • επιφώνημα
ach
Wiktionary Links
  • eesti: α
  • ελληνικά: α