διάστημα
noun
/ˈði̯a.sti.ma/
|
- (φυσική, αστρονομία) το υπόλοιπο, εκτός της Γης, σύμπαν
|
Weltraum,
All
|
- αόριστη ή συγκεκριμένη τοπική, χρονική ή τονική απόσταση
|
Zwischenraum,
Raum,
Lücke,
Zeit
|
- (μουσική) η διαφορά ανάμεσα σε δυο τονικά ύψη
|
Intervall,
Abstand,
Lücke
|