🇬🇷 el de 🇩🇪

ζυγίζω verb

  /ziˈʝi.zo/
  • (αμετάβατο) έχω συνολική μάζα, σύμφωνα με κάποια μονάδα μέτρησης
  • μετράω τη μάζα κάποιου πράγματος με ζυγαριά
wiegen
  • υπολογίζω τις θετικές και τις αρνητικές συνέπειες μιας ενέργειας, λόγου, κατάστασης κ.λπ.
abwägen
Wiktionary Links