🇬🇷 el de 🇩🇪

κάσα noun

  /ˈka.sa/
  • (χαρτοπαίγνιο) τα χρήματα με τα οποία συμμετέχει ο παίκτης στο παιχνίδι
Einsatz
Kasse
Wiktionary Links