🇬🇷 el de 🇩🇪

κλειδώνω verb

  /kliˈðo.no/
  • (αμετάβατο) ασφαλίζομαι με κλειδί, ώστε να μην παραβιάζομαι
abschliessen, befestigen, verriegeln, verschliessen, zusperren
  • (μεταφορικά) περιορίζω κάποιον σε ένα χώρο, ώστε να μην μπορεί να διαφύγει
aussperren, einsperren
  • τοποθετώ κάτι σε ένα χώρο που ασφαλίζεται με κλειδί
einschliessen
  • (τεχνολογία) βάζω ασφάλεια με ορισμένο κωδικό σε κάποιο μέσο αποθήκευσης ψηφιακών δεδομένων, ώστε να μην έχει άλλος πρόσβαση σε αυτά
verschlüsseln
Wiktionary Links