κρύβω – Deutsch–Ελληνικά translations

🇬🇷 el de 🇩🇪

κρύβω verb

  /ˈkɾivo/
  • έχω στο εσωτερικό μου κάτι που δεν είναι ορατό
  • καλύπτω κάτι
verbergen
  • μπαίνω μπροστά από ένα άλλο αντικείμενο
verdecken
  • κρατώ κάτι μυστικό
verheimlichen
  • τοποθετώ κάτι σε μέρος όπου δε θα το ανακαλύψουν οι άλλοι
verstecken
  • στη μαγειρική
füllen
  • τακτοποιώ
verwaren
  • τοποθετώ κάτι σε μέρος τέτοιο ώστε να μην είναι ορατό
wegpacken
Wiktionary Links