ορισμός – Deutsch–Ελληνικά translations

🇬🇷 el de 🇩🇪

ορισμός noun

  /o.ɾiˈzmos/
  • σημασία
  • λογική
Definition
  • η ενέργεια με την οποία ορίζω κάποιον
Ernennung
Wiktionary Links