🇬🇷 el de 🇩🇪

πουλερικό noun

  • (συνήθως στον πληθυντικό: πουλερικά) οικόσιτο εκτρεφόμενο πτηνό (κότα, γαλοπούλα, πάπια, χήνα κ.λπ.)
Geflügel
Wiktionary Links