σβήνω – Deutsch–Ελληνικά translations

🇬🇷 el de 🇩🇪

σβήνω verb

  /ˈzvi.no/
  • ρίχνω κάποιο υγρό σε φαγητό
ablöschen
  • σταματώ να λειτουργώ
ausgehen
  • σταματώ να καίω
ausgehen, erlöschen
  • εξαλείφω
auslöschen
  • απενεργοποιώ μια συσκευή
ausmachen, ausschalten, löschen
  • σταματώ κάτι από το να καίει
löschen
  • διαγράφω
löschen, radieren
  • ικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία
löschen, stillen
löschen, auslöschen
Wiktionary Links