τρώω – Deutsch–Ελληνικά translations

🇬🇷 el de 🇩🇪

τρώω verb

  /ˈtɾo.o/
  • τρώω -φαγητό-
essen, fressen
  • πιστεύω με αφέλεια ό,τι μου λένε
aus der Hand fressen
  • μου αρέσει το συγκεκριμένο φαγητό
essen
  • επιτίθεμαι
  • φθείρω, διαβρώνω
fressen
  • χρηματίζομαι
geschmiert
Wiktionary Links