όνομα – Deutsch–Ελληνικά translations

🇬🇷 el de 🇩🇪

όνομα noun

  /ˈo.no.ma/
  • λέξη με την οποία αποκαλείται
Name, Ruf
  • προγραμματισμός
Bezeichner, Name
  • φήμη
Name
  • όρος που περιλαμβάνει τα ουσιαστικά και τα επίθετα
Nominalphrase
Wiktionary Links