🇬🇷 el en 🇬🇧

ουρανός noun

  /el/
  • ουράνιος θόλος
sky, firmament

Ουρανός properNoun

  /el/
  • ο πλανήτης Ουρανός
  • ο θεός Ουρανός
Uranus
Wiktionary Links