🇬🇧 en el 🇬🇷
born adjective
/boɹn/
,
/bɔːn/
,
/bɔːɹn/
,
[bo̞ɹn]
|
|
|---|---|
|
γεννημένος |
- be born
- γεννιέμαι
- naked as the day one was born
- τσίτσιδος
- I was born in ...
- γεννήθηκα ..., γεννήθηκα στην ..., γεννήθηκα στο ..., γεννήθηκα στον ...
- born in the purple
- πορφυρογέννητος
- born with a silver spoon in one's mouth
- γεννήθηκα στα πούπουλα, γεννημένος στα πλούτη
- born-again
- γεννηθη ανωθεν
- Australian-born
- αυστραλογεννημένος
- native-born
- γενέθλιος