🇬🇧 en el 🇬🇷
if conjunction
/ɪf/
|
|
|---|---|
|
αν, εάν, άμα, ει |
|
εάν |
- if and only if
- αν και μόνο αν
- if only
- είθε, μακάρι
- what if
- και αν
- as if nothing had happened
- ούτε γάτα ούτε ζημιά, σαν να μην έγινε τίποτα
- if you pay peanuts, you get monkeys
- αν βάζεις τον κώλο σου να σου κάνει δουλειά, σκατά δουλειά θα κάνει, τον κώλο βάζεις μάγειρα, σκατά θα μαγειρέψει
- if need be
- εν ανάγκη
- if you please
- παρακαλώ
- what-if
- ουχρονία
- as if
- λες και, σαν