much – Ελληνικά–English translations
🇬🇧 en el 🇬🇷
much adverb
/mʊt͡ʃ/
,
/mʌt͡ʃ/
|
|
|---|---|
|
πολύ |
- very much
- πολύ
- how much
- πόσο κάνει αυτό, πόσο κοστίζει αυτό, πόσος, πόσο, πόση
- so much
- τόσο
- as much as
- όσος, παραλίγο, τόσο όσο
- as much
- τόσος
- as much as possible
- όπως
- thank you very much
- ευχαριστώ πολύ
- how much does it cost
- πόσο κάνει;, πόσο κοστίζει;
- too much of a good thing
- το πολύ το κυρ' ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, το πολύ το κυρ' ελέησον το βαριέται κι ο παπάς