🇬🇷 el en 🇬🇧

καμπανάτος adjective

  • καμπανοειδής, που έχει σχήμα καμπάνας
  • μεταφορά: έντονος, εμφανής, χτυπητός
?
  • για παντελόνι ή ένδυμα
bell-bottomed
Wiktionary Links