κι – Ελληνικά–English translations
🇬🇷 el en 🇬🇧
κι |
|
|---|---|
| and | |
- μια φορά κι έναν καιρό
- once upon a time
- έτσι κι έτσι
- so-so
- ο λύκος κι αν εγέρασε
- the wolf may lose his teeth but never his nature
- έτσι κι αλλιώς
- anyway
- νερό κι αλάτι
- water under the bridge
- κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα
- and lived happily ever after
- κι άλλος
- more
- ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε, μήτε την κεφαλή του
- a leopard cannot change its spots
- πώς κι έτσι
- how come
- όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη
- add fuel to the fire
🇬🇧 en el 🇬🇷
Wiktionary Links
- ελληνικά: κι