κλήση – Ελληνικά–English translations

🇬🇷 el en 🇬🇧

κλήση noun

  /ˈkli.si/
call, summons
  • πληροφορική
call
  • το νομικό έγγραφο με το οποίο καλούνται
summons
  • το έγγραφο της τροχαίας
traffic ticket
Wiktionary Links