🇫🇷 fr el 🇬🇷
fils noun {m}
/fis/
|
|
|---|---|
|
γιος, υιός |
fil noun {m}
/fil/
|
|
|---|---|
|
νήμα, κλωστή |
|
σύρμα |
- au nom du Père et du Fils et du Saint-Esprit
- εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος
- beau-fils
- γαμπρός
- petit-fils
- εγγονός
- arrière-petit-fils
- δισέγγονος
- arrière-arrière-petit-fils
- τρισέγγονος
- fils unique
- μοναχοπαίδι
- fils de pute
- πουτάνας γιός
- tel père, tel fils
- κατά μάνα κατά κύρη
- fils de la Vierge
- ινδιάνικο καλοκαίρι