kalba – Ελληνικά–Lietuvių kalba translations
🇱🇹 lt el 🇬🇷
kalba noun {f} |
|
|---|---|
|
γλώσσα, διάλεκτος, γλῶσσα, γλῶττα, επικοινωνία, ιδίωμα |
| γλώσσα, κώδικας, γλώσσα προγραμματισμού | |
|
λόγος, ομιλία, γλώσσα |
|
ιδίωμα, ιδιογλωσσία, φρασεολογία, ιδιωματισμός |
|
ομiλία |
|
γλώσσα |
Wiktionary Links
- lietuvių kalba: kalba