Ελληνικά Polski
γη ʝi ląd lɔ̃nt
Γη Ziemia ˈʑɛ̃mʲja
Νέα Γη Nowa Fundlandia ˈnɔva fũnˈdlãndʲja
γη της επαγγελίας ziemia obiecana ˈʑɛ̃mʲja ˌɔbʲjɛˈʦ̑ãna
Γη της Επαγγελίας Ziemia Obiecana ˈʑɛ̃mʲja ˌɔbʲjɛˈʦ̑ãna
κινώ γη και ουρανό poruszyć niebo i ziemię pɔˈruʃɨʨ̑ ˈɲɛbɔ i‿ˈʑɛ̃mʲjɛ
Wiktionary Links