Ελληνικά Polski
χήνα ˈçi.na gęś ɡɛ̃ɕ, ɡɛ̃w̃ɕ, ɡɛ̃j̃ɕ
ασπρομάγουλη χήνα bernikla białolica bɛrʲˈɲikla ˌbʲjawɔˈlʲiʦ̑a
Wiktionary Links