od – Ελληνικά–Polski translations
🇵🇱 pl el 🇬🇷
od preposition
/ɔt/
|
|
|---|---|
|
από |
- podatek od wartości dodanej
- φόρος προστιθέμενης αξίας
- wąchać kwiatki od spodu
- βλέπω τα ραδίκια ανάποδα, πάω στα κυπαρίσσια
- od wielkiego dzwonu
- στη χάση και στη φέξη
- niedaleko pada jabłko od jabłoni
- το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά
- od czasu do czasu
- από καιρού εις καιρόν, από καιρό σε καιρό, κάπου κάπου, πότε πότε, κατά καιρούς
- nie od razu Kraków zbudowano
- η Ρώμη δε χτίστηκε σε μια μέρα
- od groma
- με τη σέσουλα
- od stóp do głów
- απ' την κορυφή ως τα νύχια, απ' την κορφή ως τα νύχια, πατόκορφα
- miłość od pierwszego wejrzenia
- έρωτας με την πρώτη ματιά, κεραυνοβόλος έρωτας
Wiktionary Links
- polski: od