🇵🇱 pl el 🇬🇷
warsztat noun
/ˈvarʃtat/
|
|
|---|---|
|
εργαστήριο, εργαστήρι |
|
συνεργείο, εργαστήριο |
|
μπάγκος, πάγκος |
Wiktionary Links
- polski: warsztat